🇬🇷🇬🇷Словарный запас🇬🇷🇬🇷
Το λεωφορείο – автобус
γεμάτο κόσμο (γεμάτος – наполненный, ο κόσμος – люди)
ξεκινάει (ξεκινάω – отправляться, трогаться)
απότομα – внезапно, резко
κατηφορίζει (κατηφορίζω – спускаться, ехать или идти со склона)
η πλαγιά – склон
o πεζός – пеший, идущий пешком
τρέχει να το προλάβει (τρέχω – бежать, προλαβαίνω – успевать, опережать, настигать)
λαχανιασμένος – запыхавшийся
κάποιος – кто-то
περαστικός – идущий мимо, проходящий
του φωνάζει (φωνάζω - кричать)
Άδικα – напрасно, зря, бесполезно
Φίλε (ο φίλος - друг)
Αδύνατο (είναι αδύνατο - невозможно)
Πρέπει – нужно
ο οδηγός – водитель